Οδοιπορικό στο χρόνο με τον Πρωτοπρεσβύτερο του φερώνυμου Ιερού Ναού στα Μεσόγεια που πανηγυρίζει στις 14 Σεπτεμβρίου και του παρεκκλησίου της Αγ. Θέκλας
Ο κίονας τοπόσημο που βάπτισε «Σταυρό» μια περιοχή
Γράφει ο Κώστας Ζαφειρίου για την political.gr
Η Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού μία από τις μεγαλύτερες Δεσποτικές εορτές της Χριστιανοσύνης, εορτάζεται στις 14 Σεπτεμβρίου με κάθε μεγαλοπρέπεια στον φερώνυμο ιερό ναό, τον μοναδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, που αποτελεί πνευματικό τοπόσημο στην πύλη των Μεσογείων και λειτουργεί ως το φυσικό γεωγραφικό όριο που σηματοδοτεί το τέλος του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας και τη μετάβαση προς την Ανατολική Αττική.
Η ονομασία της περιοχής «Σταυρός» έχει πλούσιο ιστορικό, άρρηκτα συνδεδεμένο με το μετόχι της Αγίας Θέκλας. Πρόκειται για μικρό ναό επί της Λεωφόρου Μεσογείων, περίπου 500 μέτρα από τον περικαλλή ναό του Τιμίου Σταυρού του οποίου αποτελεί παρεκκλήσι. Εκεί, στον προαύλιο χώρο όπου έχουν βρεθεί αρχαία, υπάρχει ο εμβληματικός κίονας του μοναχού Νεόφυτου, στην κορυφή του οποίου δέσποζε κάποτε ένας μαρμάρινος Σταυρός που λειτούργησε ως διαχρονικό τοπόσημο για τους περαστικούς και τους πιστούς. Αυτό το θρησκευτικό σύμβολο δεν χάρισε απλώς το όνομά του στον κόμβο, αλλά σφράγισε την πνευματική και γεωγραφική φυσιογνωμία μιας ολόκληρης περιοχής, αποτελώντας ζωντανό μνημείο της αττικής γης.
Ο προϊστάμενος του ιερού ναού Υφώσεως Τιμίου Σταυρού ο πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντίνος Πιθακάκης, που διακονεί το ναό 30 χρόνια μιλά στην «Ρ» και με αφορμή την μεγάλη δεσποτική εορτή, αναφέρεται στο θρησκευτικό ιστορικό της περιοχής που όλοι γνωρίζουμε ως «Σταυρός Αγίας Παρασκευής»:
Το οδοιπορικό της ονομασίας
« Η ονομασία της περιοχής ως «Σταυρός» προέρχεται από τον κίονα του μοναχού Νεοφύτου, ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγ.Ιωάννη Κυνηγού στον Υμηττό. Πρόκειται για μαρμάρινη κολώνα, που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της Αγίας Θέκλας, από πεντελικό μάρμαρο, ύψους 5μ. και διαμέτρου 0.48μ., που στην κορυφή είχε σταυρό (ο οποίος δεν σώζεται) και χρονολογείται από το 1238. Τον Σταυρό τοποθέτησε ο μοναχός Αθανάσιος, από την Σκήτη της Αγ. Άννας Αγίου Όρους από όπου για λόγους υγείας έφυγε και εγκαταστάθηκε στο μετόχι της Αγίας Θέκλας παρεκκλήσι του ιερού ναού Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Η Αγ. Θέκλα ήταν τότε, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο μοναδικός ναός στην περιοχή με τους λιγοστούς κατοίκους».
Ο ξύλινος ναός του Σταυρού
Στη συνέχεια ο πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντίνος αναφέρεται στις πρωτοβουλίες ανέγερσης μεγαλύτερου ναού στη περιοχή: « Με την αύξηση του πληθυσμού γεννήθηκε και η ανάγκη για μεγαλύτερο ναό από αυτόν της Αγίας Θέκλας. Οι λιγοστοί κάτοικοι με πρωτοβουλία του αείμνηστου π. Ιωσήφ Τσανακάκη ζήτησαν από το δασαρχείο να τους παραχωρήσει ένα χώρο. Το Δασαρχείο τους υπέδειξε έκταση περίπου 1500 τ.μ. αυτή που βρίσκεται σήμερα ο ναός και κάποτε ήταν λατομείο. Έτσι οι κάτοικοι με πίστη στον Θεό, έκτισαν ένα ξύλινο εκκλησάκι με στέγη από αμίαντο για τις θρησκευτικές τους ανάγκες. Η πρώτη Θεία Λειτουργία στο εκκλησάκι έγινε την 8η Σεπτεμβρίου 1963. Στην επιλογή του ονόματος έπαιξε ρόλο το όνομα της περιοχής και το ότι λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση του ξύλινου Ναού θα γιορταζόταν η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού. Πρέπει να σημειώσετε ότι όταν μετά από λίγα χρόνια ολοκληρώθηκε το υπόγειο του σημερινού ναού, ο ξύλινος δεν γκρεμίστηκε αλλά μεταφέρθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, σε παρεκκλήσι του Σταυρού, στον Γαργηττό ώστε να μεγαλώσει ο εκεί ναός.
Μέγας δωρητής , θείος Μητροπολίτη
Στην διάρκεια της ενδιαφέρουσας συνομιλία μας ο π. Κωνσταντίνος αποκαλύπτει την άγνωστη σχέση του σημερινού Μητροπολίτη Διδυμοτείχου Ορεστιάδος και Σουφλίου Δαμασκηνού με τον σημερινό ναό:
«Με την πάροδο των ετών δημιουργήθηκε η ανάγκη για μεγαλύτερο ναό. Αφού έγινε η οριστική τακτοποίηση του οικοπέδου, στη θέση του πρόχειρου κτίσματος θεμελιώθηκε ο σημερινός μόνιμος ναός ο οποίος ακολουθεί τον παραδοσιακό ορθόδοξο βυζαντινό ρυθμό, με κυρίαρχο στοιχείο τον μεγάλο λευκό τρούλο. Εσωτερικά, διαθέτει περίτεχνη αγιογράφηση και εντυπωσιακά βιτρό στα παράθυρα που επιτρέπουν στο φυσικό φως να δημιουργεί μια κατανυκτική ατμόσφαιρα. Κάτοικοι της περιοχής με την βοήθεια του Θεού συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανέγερση του σημερινού ναού γεγονός θεάρεστο και αξιοθαύμαστο. Ιδιαίτερη μνεία οφείλω να κάνω στον αυτοκινητιστή, τον αείμνηστο Μηνά Καρπαθάκη, θείο του σημερινού Μητροπολίτη Διδυμοτείχου κ.κ Δαμασκηνού (κατά κόσμον Μηνάς Καρπαθάκης), ο οποίος είναι ο μεγάλος δωρητής του σημερινού ναού. Ο αείμνηστος θείος του Σεβασμιωτάτου, που δεν ήταν ευκατάστατος, είχε ένα διαμέρισμα, το οποίο εκποίησε και όλο το χρηματικό ποσό το διέθεσε για ανέγερση του ναού. Ο ίδιος δεν είχε άλλο σπίτι και συνέχισε να μένει με τη σύζυγό του στο ενοίκιο. Όνειρό του ήταν η ανέγερση ναού, όνειρο που ήταν θέλημα Θεού να γίνει πραγματικότητα. Στην εκκλησία μας στο βόρειο κλίτος, υπάρχει παρεκκλήσι του Αγίου Μηνά, στη μνήμη του μεγάλου δωρητή. Η τελετή της θεμελιώσεως του σημερινού ναού έγινε το έτος 1967 από τον τότε Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημο και του τότε εφημερίου του Ναού π. Ιωσήφ Τσανακάκη. Τα εγκαίνια έγιναν στις 16 Ιουνίου 1996 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Αγαθόνικο και τον Θεοφιλέστατο τότε Επίσκοπο Διαυλείας κ. Δαμασκηνό, τον σημερινό μητροπολίτη Διδυμοτείχου, ενώ εφημέριος ήμουν εγώ. Ο Σεβασμιώτατος πρέπει να πω είχε συνδεθεί με τα Σπάτα και την ευρύτερη περιοχή και την επισκεπτόταν συχνά».
Εφέστιο προσκύνημα
Εφέστιο προσκύνημα του ναού είναι ο Σταυρός, ηλικίας άνω των 500 ετών που θησαυρίζεται σε προθήκη. Σύμφωνα με τον π. Κωνσταντίνο, είναι τμήμα παλαιού τέμπλου, από άγνωστο ιερό ναό. Μία μοναχή που έμενε κοντά στο σπίτι του αιδεσιμολογιωτάτου στα Σπάτα, ονόματι Θεοκτίστη Αναγνωστοπούλου, είχε φτιάξει ένα μικρό ησυχαστήριο, όπου εκεί είχε τον Σταυρό. Όταν εκοιμήθη οι κληρονόμοι της αποφάσισαν μαζί με μια εικόνα της Παναγίας να τα παραδώσουν στον π. Κωνσταντίνο ο οποίος και τα έφερε στον ναό. Ο Σταυρός συντηρήθηκε και τοποθετήθηκε σε προθήκη στον κυρίως ναό.
Ο ιερός ναός επιτελεί σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο, προσφέροντας τροφή, είδη πρώτης ανάγκης και πνευματική στήριξη σε όσους υποφέρουν ενώ ήδη φιλοξενεί τέσσερις αστέγους. Η συνομιλία μας με τον π. Κωνσταντίνο ολοκληρώθηκε με μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα απάντηση: «Ο ιερός ναός προσελκύει πλήθος πιστών, οι οποίοι στην πλειονότητά τους αποτελούνται από νέους ανθρώπους που αναζητούν πνευματικό καταφύγιο και ενεργή συμμετοχή στην κοινότητα».