Σε μια εκδήλωση με έντονο γεωπολιτικό και πνευματικό ενδιαφέρον, που πραγματοποιήθηκε στο Αμφιθέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» του Δήμου Παπάγου–Χολαργού, το «παρών» έδωσαν προσωπικότητες από τον χώρο της πολιτικής, της Εκκλησίας και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Μεταξύ των παρευρισκομένων ξεχώρισε και η παρουσία του πατρός Αποστόλου Δάμκαλη από τον Ιερό Ναό Παναγίας Παντοβασίλισσας Ραφήνας, υπογραμμίζοντας το ενδιαφέρον της τοπικής εκκλησιαστικής ζωής για τα κρίσιμα ζητήματα που αναπτύχθηκαν.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η ομιλία του Αλκιβιάδη Στεφανή, ο οποίος προσέγγισε με σαφήνεια και εμπειρικό βάθος το ζήτημα της θρησκευτικής διπλωματίας, συνδέοντάς το άμεσα με την έννοια της εθνικής ισχύος.
Η θρησκεία ως παράγοντας ισχύος
Ο Α. Στεφανής έθεσε από την αρχή το βασικό ερώτημα: είναι η θρησκεία παράγοντας ισχύος; Η απάντησή του ήταν κατηγορηματική. Η θρησκεία, όπως ανέφερε, αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος, εντασσόμενη κυρίως στο πεδίο της «ήπιας ισχύος», χωρίς ωστόσο να απουσιάζει από τα εργαλεία της «έξυπνης ισχύος».
Ορίζοντας την ισχύ ως τη δυνατότητα επιρροής και διαμόρφωσης συμπεριφορών, τόνισε ότι η θρησκεία διαθέτει μοναδικά χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν να επηρεάζει κοινωνίες, λαούς και διεθνείς ισορροπίες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα που χρησιμοποίησε ήταν το Άγιο Όρος, το οποίο –όπως σημείωσε– αποτελεί έναν διεθνή πνευματικό και πολιτισμικό κόμβο με παγκόσμια εμβέλεια. Οι 20 μονές του, οι διεθνείς διασυνδέσεις τους και η αναγνώριση της Ορθοδοξίας σε επίπεδο θεσμών αποδεικνύουν, κατά τον ίδιο, την πραγματική ισχύ της Εκκλησίας.
Η εργαλειοποίηση της θρησκείας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της εργαλειοποίησης της θρησκείας. Με παραδείγματα από την Αφρική, ανέφερε ότι μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα, επενδύουν στρατηγικά στον θρησκευτικό παράγοντα για να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ρωσία επιχειρεί να επηρεάσει ορθόδοξες κοινότητες μέσω οικονομικών κινήτρων, ενώ η Κίνα δρα μέσω οικονομικών δομών, δημιουργώντας ένα πλέγμα επιρροής που αγγίζει «το μυαλό, την καρδιά και την τσέπη» των ανθρώπων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της επίσημης αντίδρασης της Ρωσίας κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη, η οποία –όπως επισήμανε– δεν εκδόθηκε από εκκλησιαστικό φορέα ή το Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά από υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας, γεγονός που καταδεικνύει το βάθος της πολιτικής διάστασης της θρησκείας.
Η θρησκευτική διπλωματία ως εργαλείο πολιτικής
Απαντώντας στο ερώτημα αν υφίσταται θρησκευτική διπλωματία, ο κ. Στεφανής υποστήριξε ότι πλέον αποτελεί οργανωμένο και ενεργό εργαλείο πολιτικής.
Εκτίμησε ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει αρχίσει να αξιοποιεί πιο συστηματικά αυτό το εργαλείο, μέσα από συντονισμένες δράσεις και πρωτοβουλίες. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της παρουσίας της Εκκλησίας στο εξωτερικό μέσω της στελέχωσης ενοριών, αλλά και σε διεθνείς παρεμβάσεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση νέων ισορροπιών.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στον ρόλο του Αγίου Όρους ως «ζωντανού εργαστηρίου» θρησκευτικής διπλωματίας. Έφερε ως παράδειγμα τη Μονή Αγίου Παντελεήμονος, όπου συνυπάρχουν Ρώσοι και Ουκρανοί μοναχοί εν μέσω πολέμου, επιδεικνύοντας έναν διαφορετικό τρόπο συνύπαρξης και επικοινωνίας.
Η κρίση ταυτότητας και η επιστροφή στην πίστη
Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφιερώθηκε στην κρίση ταυτότητας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή. Ο συνδυασμός πολέμων, κοινωνικής αβεβαιότητας, ιδεολογικών συγκρούσεων και γενικευμένης ανασφάλειας οδηγεί, όπως ανέφερε, τους ανθρώπους στην αναζήτηση σταθερών αξιών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η θρησκεία επανέρχεται στο προσκήνιο ως σημείο αναφοράς. Τα στοιχεία που παρέθεσε για την αύξηση των επισκεπτών στο Άγιο Όρος –με εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες από περισσότερες από 140 χώρες– καταδεικνύουν αυτή την τάση.
Το ελληνικό στρατηγικό πλεονέκτημα
Ο Α. Στεφανής στάθηκε ιδιαίτερα στη θέση της Ελλάδας, υπογραμμίζοντας ότι διαθέτει ένα μοναδικό στρατηγικό πλεονέκτημα: την Ορθοδοξία.
Όπως τόνισε, η θρησκεία αποτέλεσε διαχρονικά παράγοντα συνοχής του ελληνισμού, διατηρώντας την ταυτότητα, τη γλώσσα και την παράδοση ακόμη και σε περιόδους σκλαβιάς. Σήμερα, το ίδιο αυτό στοιχείο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διεθνούς επιρροής.
Παράλληλα, ανέδειξε τη σημασία του Αγίου Όρους ως τμήματος της ελληνικής κυριαρχίας, επισημαίνοντας ότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της χώρας, με πλήρη διοικητική και εθνική υπόσταση.
Ο κίνδυνος απώλειας αξιοπιστίας
Κλείνοντας, ο ομιλητής δεν παρέλειψε να επισημάνει και τον βασικό κίνδυνο: την απώλεια αξιοπιστίας της θρησκείας.
Εάν η θρησκεία χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως εργαλείο πολιτικής, κινδυνεύει να απολέσει τον αυθεντικό της χαρακτήρα και την επιρροή της. Για τον λόγο αυτό, όπως σημείωσε, απαιτείται λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη χρήση της ως μέσο επιρροής και στη διατήρηση της πνευματικής της υπόστασης.
Η τοποθέτηση του Αλκιβιάδη Στεφανή ανέδειξε με σαφήνεια ότι η θρησκευτική διπλωματία δεν αποτελεί μια θεωρητική έννοια, αλλά ένα ενεργό και ισχυρό εργαλείο στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα.
Ταυτόχρονα, κατέδειξε ότι η Ελλάδα διαθέτει τα εφόδια να αξιοποιήσει αυτό το εργαλείο προς όφελος της εθνικής της στρατηγικής, υπό την προϋπόθεση ότι θα κινηθεί με σχέδιο, σοβαρότητα και σεβασμό προς τον πυρήνα της πίστης.