Αρχιμανδρίτης π. Αυγουστίνος Βλάχος- Βρισκόμαστε προ των πυλών ενός ακόμη Ψυχοσαββάτου και δεν προετοιμάζουμε απλώς ένα ακόμη εκκλησιαστικό έθιμο αλλά αγγίζουμε τον ίδιο τον πυρήνα της πίστεώς μας, εκεί όπου, επιτρέψτε μου, δοκιμάζεται αν πραγματικά πιστεύουμε ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού ή αν, κατά βάθος, τη θεωρούμε έναν οργανισμό ζωντανών που διαλύεται στον τάφο.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές τις ημέρες της εβδομάδας της Απόκρεω, η λειτουργική μας παράδοση φέρνει μπροστά μας από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο τα γεγονότα της προδοσίας, της δίκης και του Πάθους Του Χριστού, σαν να θέλει να μας υπενθυμίσει ότι ο θάνατος δεν είναι ένα ατύχημα της ύπαρξής μας αλλά μια πληγή που θεραπεύθηκε επάνω στον Σταυρό. Αν ο Χριστός εισήλθε στον θάνατο και κατέβηκε «εις τα κατώτατα της γης», αν κήρυξε «τοις εν φυλακή πνεύμασιν» όπως γράφει ο Απόστολος Πέτρος, τότε ποιος μπορεί να μου πει με βεβαιότητα ότι ο τάφος είναι το απόλυτο όριο της εκκλησιαστικής κοινωνίας..;; Κι αν Εκείνος «θανάτω θάνατον πατήσας» συνέτριψε τα κλείθρα του Άδου, τότε κάθε μνημόσυνο είναι ήδη μετοχή στη νίκη Του και όχι παραίτηση μπροστά στη φθορά!
Η Εκκλησία όρισε δύο καθολικά Ψυχοσάββατα τον χρόνο και μόνο δύο! Δεν υφίστανται ούτε «δεύτερα», ούτε «τρίτα», ούτε των «Αγίων Θεοδώρων». Υφίσταται ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, όταν θ' ακούσουμε στο ευαγγελικό ανάγνωσμα για την Τελική Κρίση και ένα πριν από την Πεντηκοστή, λίγο πριν γιορτάσουμε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι τυχαία η τοποθέτησή τους ούτε πολλαπλασιάζονται κατά βούληση. Το πρώτο, μας φέρνει μπροστά στο ερώτημα της Κρίσεως και μας θυμίζει ότι οι κεκοιμημένοι μας αναμένουν την κοινή ανάσταση, το δεύτερο, πριν από την Πεντηκοστή, φανερώνει ότι το Πνεύμα το Άγιον αγκαλιάζει όλη την Εκκλησία και τους εν ζωή και τους «εν αναμονή».
Από τότε που η χάρις Του Θεού, μέσω των σεπτών χειρών του πατρός και ποιμενάρχου μου κ. Γαβριήλ, κατέστησε την μηδαμινότητά μου λειτουργό των επουρανίων και φρικτών Του Χριστού μυστηρίων, κάθε φορά που στέκομαι μπροστά στην Αγία Πρόθεση και μνημονεύω ονόματα κεκοιμημένων, δεν αισθάνομαι ότι κάνω μια τυπική αναφορά σε ανθρώπους που κάποτε υπήρξαν. Αισθάνομαι ότι στέκομαι επάνω σε μια αλήθεια βαθιά εκκλησιολογική: «Είτε ζώμεν είτε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν», όπως γράφει ο Παύλος προς Ρωμαίους και αυτή η φράση δεν μου επιτρέπει να χωρίσω την Εκκλησία σε δύο στρατόπεδα, σε ζωντανούς δηλαδή και νεκρούς. Κι όταν κατά τη συστολή, οι μερίδες των κεκοιμημένων εμβαπτίζονται στο Τίμιο Αίμα με την ευχή «απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων», εκεί φουντώνει μέσα μου η ελπίδα, όχι συναισθηματικά αλλά μυστηριακά πλέον και αυτό γιατί η Εκκλησία τολμά να φέρει τα ονόματά τους μέσα στο κέντρο της Θείας Ευχαριστίας!
Αν λοιπόν ανήκουμε όλοι στον ίδιο Κύριο, τότε η κοινωνία δεν διακόπτεται με τον βιολογικό θάνατο, γιατί ο θάνατος δεν είναι ισχυρότερος από τον Αναστάντα, έτσι δεν είναι; Η Εκκλησία προσεύχεται για τους κεκοιμημένους όχι επειδή αγνοεί την κρίση Του Θεού αλλά επειδή πιστεύει στη φιλανθρωπία Του και στην αδιάσπαστη ενότητα του Σώματος. Η μνημόνευση δεν είναι παρέμβαση σε μια τετελεσμένη απόφαση, είναι έκφραση αγάπης που απευθύνεται στον Θεό, ο Οποίος «ελεήμων και οικτίρμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί ταις κακίαις» όπως λέει ο Προφήτης Ιωήλ, δέχεται τη συνέργεια της προσευχής μας μέσα στην προαιώνια βουλή Του. Και αυτή η φιλανθρωπία Του είναι η θεμελιωμένη ελπίδα μας, όχι μια αόριστη αισιοδοξία!
Από την Παλαιά Διαθήκη ακόμη, ο λαός Του Θεού δεν έμενε αδιάφορος απέναντι στους κεκοιμημένους. Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος προσφέρει θυσία υπέρ των πεσόντων «υπέρ αναστάσεως διαλογιζόμενος» και η πράξη του αυτή χαρακτηρίζεται μέσα στην Αγία Γραφή ως πράξη όμορφη και ευγενική, εμπνευσμένη από πίστη στην ανάσταση. Δεν πρόκειται για μεταγενέστερη επινόηση αλλά για πράξη που ριζώνει στην ίδια τη βιβλική παράδοση. Στην Καινή Διαθήκη ο Παύλος εύχεται για τον Ονησιφόρο «δώη αυτώ ο Κύριος ευρείν έλεος εν εκείνη τη ημέρα» και η αναφορά στην ημέρα της κρίσεως, δείχνει ότι η προσευχή της Εκκλησίας εκτείνεται πέρα απ' τα όρια της παρούσας ζωής. Οι ίδιοι οι Απόστολοι μας παρέδωσαν τη μνημόνευση των κεκοιμημένων κατά τη Θεία Ευχαριστία και οι Πατέρες, από τον Χρυσόστομο μέχρι τον Δαμασκηνό, είναι σαφείς ότι τίποτε ανώφελο δεν νομοθετήθηκε στην Εκκλησία.
Μέσα όμως σ' όλη αυτή τη θεολογία υπάρχει και κάτι βαθιά πρακτικό που δεν πρέπει να το ευτελίσουμε: Τα κόλλυβα. Το στάρι που βράζουμε δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο ούτε απλά ενα έθιμο. Είναι ομολογία! «Εάν μή ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη, πολύν καρπό φέρει» λέει ο Κύριος και το σιτάρι που θάβεται και σαπίζει για να βλαστήσει είναι εικόνα του ανθρώπου που ενταφιάζεται «εν φθορά» για να αναστηθεί «εν αφθαρσία». Το ίδιο το στάρι συμβολίζει την ελπίδα της αναστάσεως του σώματος, η ζάχαρη που το σκεπάζει θυμίζει τη γλυκύτητα της Βασιλείας και το «χρηστός ο Κύριος», τα ρόδια που πολλές φορές προσθέτουμε είναι σημείο πληρότητας ζωής και αιωνιότητας, γιατί ο καρπός τους είναι πολύσπερμος, τα καρύδια με το σκληρό τους περίβλημα και τον καρπό στο εσωτερικό θυμίζουν το μυστήριο του ανθρώπου που κρύβει μέσα του την εικόνα Του Θεού, τα αμύγδαλα που ανθίζουν μέσα στον χειμώνα γίνονται σημάδι ελπίδας μέσα στην παγωνιά του θανάτου, η κανέλα και τα αρώματα φέρνουν στη μνήμη μας τα αρώματα της ταφής Του Χριστού και την τιμή προς το σώμα που υπήρξε ναός του Αγίου Πνεύματος, η σταφίδα και ο μαϊντανός που συνηθίζονται σε κάποιους τόπους συμβολίζουν την ευλογία και την προσδοκία νέας βλάστησης. Δεν είναι μαγικές προσθήκες ούτε λαϊκές υπερβολές, είναι συμβολισμοί που γεννήθηκαν μέσα στην εκκλησιαστική συνείδηση για να κηρύξουν ότι ο θάνατος δεν είναι τέλος αλλά σπορά!
Και ο λόγος που επιμένω στην ενορία που διακονώ ότι τα κόλλυβα πρέπει να τα φτιάχνουμε εμείς, είναι όχι επειδή δεν επιτρέπεται να τ' αγοράσουμε ή δεν θα μνημονεύσω τα ονόματα εκείνων των κοιμημένων των οποίων οι συγγενείς θα φέρουν αγοραστά αλλά επειδή η προσευχή δεν ανατίθεται. Το να πλύνεις το στάρι, να το βράσεις, να το ετοιμάσεις με μνήμη του προσώπου που αγαπάς, είναι ήδη μνημόσυνο! Είναι χρόνος αφιερωμένος, είναι κόπος προσφερόμενος, είναι ομολογία πίστεως ότι αυτός που «εσπάρη εν ασθενεία» θα εγερθεί «εν δυνάμει». Αν μετατρέψουμε το Ψυχοσάββατο σε μια ομαδική παραγγελία ζαχαροπλαστείου, θα έχουμε χάσει την καρδιά του, την παράδοση. Μην ανησυχείτε, στην Εκκλησία δεν κάνουμε διαγωνισμό εμφάνισης. Δεν χρειάζονται περίτεχνες κατασκευές. Χρειάζεται συμμετοχή. Γιατί μην ξεχνάτε πώς αν εμείς δεν μάθουμε στα παιδιά μας τι σημαίνει να μνημονεύεις τους κεκοιμημένους σου, αύριο δεν θα ξέρουν ούτε γιατί υπάρχει το Ψυχοσάββατο..!
Τέλος, η Εκκλησία δεν υπόσχεται ότι με τα μνημόσυνα ακυρώνεται η ελευθερία ή ότι διαγράφεται η μετάνοια που δεν έγινε. Οι Πατέρες είναι σαφείς: Οι παντελώς αμετανόητοι δεν ωφελούνται σωτηριολογικά από τις προσευχές των άλλων. Όμως για εκείνους που έφυγαν εν πίστει, για εκείνους που είχαν αδυναμίες αλλά δεν απέρριψαν ποτέ Τον Θεό, η προσευχή της Εκκλησίας είναι ανακούφιση, είναι πρόοδος, είναι συνέχιση μιας πορείας που δεν διακόπηκε αλλά μεταφέρθηκε σ' άλλη διάσταση. Και αυτή η προοπτική είναι φωτισμένη από την υπόσχεση Του Κυρίου ότι «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται». Εδώ στηρίζεται η ελπίδα μας, στην Ανάσταση Του Χριστού και στην βεβαιότητα ότι η αγάπη της Εκκλησίας δεν χάνεται!
Και ξέρετε κάτι; Αν κάποτε πάψουμε να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, τότε ίσως θα έχουμε πάψει να πιστεύουμε βαθιά στην Ανάσταση. Γιατί όποιος πιστεύει στην Ανάσταση, δεν φοβάται να μνημονεύσει το όνομα εκείνου που κοιμήθηκε. Το προφέρει με ελπίδα! Και η ελπίδα αυτή δεν είναι ψυχολογική παρηγοριά. Είναι θεολογική βεβαιότητα ότι «ο Θεός ουκ έστι Θεός νεκρών αλλά ζώντων». Είναι η βεβαιότητα ότι ο θάνατος είναι ύπνος και ότι το τελευταίο που θ' ακουστεί δεν θα είναι η σιωπή του τάφου αλλά η φωνή αναστάσεως!
Σας περιμένω την Παρασκευή το απόγευμα και το Σάββατο το πρωί, να συμπροσευχηθούμε για τις ψυχές τους!